Search
Thursday 2 May 2019
  • :
  • :

«Ανίκητος» – Κεφ 5

Print Friendly, PDF & Email

ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑ
Ιστορικό μυθιστόρημα
Σακκάς Λευτέρης

Κεφάλαιο 5 – κατεβάστε το και ως PDF

Book Separator

V
379 π.Χ.
Ανακατάληψη της Θήβας

Book Separator

Η Καδμεία εκείνο το βράδυ δεν θύμιζε καθόλου έναν χώρο ιερό. Δεν ενέπνεε σε κανέναν τον χώρο λατρείας που θα έπρεπε, ούτε πρόδιδε κάτι, έστω και στο ελάχιστο, από το μυθικό και ένδοξο παρελθόν των προσώπων που την σημάδεψαν. Λίγες ιέρειες μόνο στο ναό του Απόλλωνος έψελναν μυσταγωγικά τους προγονικούς ύμνους του θεού ραίνοντας με λιγοστά ροδοπέταλα τον εσωτερικό βωμό, την ώρα που ο ιερέας γονατιστός κρατούσε με σηκωμένα τα χέρια μία μεταλλική θήκη, από την οποία αναδίδονταν πλούσια η οσμή του λιβανιού. Ακόμα και κάποιοι πάνοπλοι Σπαρτιάτες φρουροί σεβάστηκαν την τελετή αυτή και κατέβασαν χαμηλά το δόρυ τους σε ένδειξη σεβασμού. Σέβονταν και εκείνοι τα ιερά, είχαν μεγαλώσει με αυτό και μία τελετή, έστω και ξένων, έπρεπε να τύχει του σεβασμού αυτού. Μόνο κάποιος από τους κεντρικούς φρουρούς του ναού σχολίασε χαμηλόφωνα πως θα προτιμούσε τον θεό Άρη από τον Απόλλωνα.

«Μα ο Απόλλωνας είναι ο θεός της μουσικής…» του απάντησε ο άλλος δίπλα του και έγνεψε προς το διοικητήριο χαμογελώντας. Περίπου διακόσια μέτρα μακρύτερα αχνοφαινόταν μέσα από το διάφανο φως που έστελνε το μισοφέγγαρο το κτήριο που στέγαζε τους αξιωματούχους. Και ο ήχος που έβγαινε από αυτό κάθε άλλο παρά απαλός ήταν. Δεν ταίριαζε καθόλου με τους ήχους του ναού. Ποτέ δεν ταίριαζε ο ήχος της ακολασίας με τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα ενός ναού.

Τρεις στρατιώτες πλησίασαν αργά. Μόλις έφτασαν τόσο κοντά στους φρουρούς του ναού ώστε να μπορούν να αποκαλυφθούν ποιοι είναι με το επόμενο βήμα, ο μπροστινός σήκωσε το χέρι του και σταμάτησε τους άλλους δύο. Βημάτισε αμίλητος, έφτασε δίπλα στους φρουρούς του ναού και γύρισε πλάτη.

«Πόσοι είναι μέσα;»

«Τρεις ιέρειες και ο υπεύθυνος του ναού» απάντησε ο ένας φρουρός.

«Τελειώνουν;»

«Σε λίγο. Το λιβάνι έχει κάμποση ώρα που μυρίζει»

«Αλλαγή!» είπε με βροντερή φωνή ο λοχαγός. Αμέσως οι δύο στρατιώτες τέντωσαν τα κορμιά τους και βημάτισαν προς το μέρος του, την ίδια ακριβώς στιγμή που οι νεοφερμένοι φρουροί ξεκίνησαν τα βήματά τους προς αυτόν. Έφτασαν όλοι στο πλάι του, οι καινούργιοι δίπλα του κοιτώντας προς τον ναό και εκείνοι που είχαν τελειώσει την υπηρεσία τους από την εξωτερική πλευρά. Τότε ο λοχαγός ψιθύρισε έντονα:

«Όση ώρα τελούν μέσα στο ναό οφείλετε σεβασμό. Τα δόρατά σας δεν ήταν στη θέση που έπρεπε!»

Και οι δύο φρουροί σκέφτηκαν πως η τιμωρία είναι πολύ κοντά. Ο λοχαγός συνέχισε στον ίδιο τόνο, επιβεβαιώνοντας το φόβο τους:

« Ο Κρίτωνας και ο Πέλης θα επιστρέψουν στη σκηνή τους»

Τα λόγια του ήταν τέτοια που και άδικο να είχαν δεν θα μπορούσε κανείς να τους πάει κόντρα. Οι δύο φρουροί που ήρθαν για την αλλαγή, έκαναν αμέσως μεταβολή και έφυγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα για το χώρο στρατωνισμού. Οι δύο άλλοι τους κοιτούσαν να ξεμακραίνουν, βρίζοντας σιωπηλά την ώρα και τη στιγμή που ορίστηκε λοχαγός τους ο τυπικός και θεοσεβούμενος Αγγενίδας. Το παράγγελμά του δώθηκε ακόμα πιο βροντερό.

«Στη σκοπιά!». Οι φρουροί έκαναν μεταβολή, ανέβηκαν τα σκαλιά, πήραν θέση δεξιά και αριστερά από την σκοτεινή είσοδο του ναού και γύρισαν ξανά προς το χώρο, την ώρα που και ο λοχαγός τους γύρισε να τους δει. Αμίλητοι στέκονταν και οι τρεις για λίγη ώρα. Ο αξιωματικός τους μίλησε πρώτος.

«Θέλει να μιλήσει κάποιος;»

«Είναι βάρβαρο λοχαγέ, είμαστε εδώ ακίνητοι από την ώρα που άρχισε να δύει ο ήλιος»

«Το ιερό είναι εδώ περισσότερο καιρό στρατιώτη»

«Εντάξει λοχαγέ» ξαναείπε ο φρουρός και χαμήλωσε το δόρυ του. Το ίδιο έκανε και ο άλλος. Χτύπησαν και οι δύο μία φορά κάτω την ασπίδα τους και την σήκωσαν στο ύψος του στήθους. Ο Αγγενίδας έκανε το ίδιο για να ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Την κατέβασε ξανά και τότε διέκρινε στο μισοσκόταδο μία κίνηση.

«Ιερέας!» φώναξε και στάθηκε προσοχή.

Ο πατέρας του Αγγενίδα ήταν ιερέας στο ιερό του Απόλλωνα στη Σπάρτη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που χρησιμοποίησε τη δύναμη της θέσης του, ώστε ο γιός του να μπορεί να δραπετεύει από τη σκληρή εκπαίδευση που οι νόμοι της Σπάρτης απαιτούσαν. Σαν παιδί ένιωθε χαρά που η ασχολία του στο ναό, να ετοιμάζει το λιβάνι, να καθαρίζει το βωμό, να ψέλνει τα αρχέγονα μυστικά λόγια που του εμπιστευόταν ο ιερέας πατέρας του και οι ιέρειες που τις θεωρούσε όλες μανάδες του, αυτή η ασχολία τον ξεκούραζε από το βάρος της ασπίδας και την κακουχία της επιβίωσης χωρίς ρούχα καταμεσής της άγριας παγωμένης νύχτας ή με όλον τον οπλισμό κάτω από το λιοπύρι της λακωνικής πεδιάδας. Έμαθε σε κάθε μάχη να επικαλείται την εύνοια των θεών, έγινε ένα με τη ζωή του να τιμά και να σέβεται μέχρι το θάνατο τον Απόλλωνα. Μέχρι το θάνατο! Και είχε έρθει η ώρα ο Απόλλωνας να πειστεί για τούτο.

Από την ανοιχτή είσοδο του ιερού ξεπήδησε σαν κεραυνός ένα βέλος και τον τρύπησε ακριβώς κάτω από την δεξιά κλείδα. Ένα δεύτερο του διαπέρασε το δεξί μπράτσο. Ο πόνος ήταν αφόρητος, η ασπίδα έπεσε στα σκαλοπάτια και κατρακύλισε κάνοντας θόρυβο. Τα πόδια του γονάτισαν και με το αριστερό του χέρι έκανε να βγάλει το σπαθί, μα οι σαΐτες ξεπηδούσαν μέσα από το ναό σαν τα αστροπελέκια του Δία και μία τρίτη του διαπέρασε τον καρπό και η προσπάθειά του αχρηστεύτηκε. Έμεινε εκεί γονατιστός να κοιτάζει έντρομος όσο και απορημένος τους δύο φρουρούς με το λαιμό τους να χάσκει από δύο κοφτερά σπαθιά και να σωριάζονται στο πάτωμα. Ο πόνος στα τραυματισμένα μέρη άρχισε να γίνεται αφόρητος, τον έκαιγε, το στόμα του μόρφασε διάπλατα, ένιωθε ότι θα χάσει τις αισθήσεις του, προσπάθησε να σηκωθεί μα ήταν αδύνατο. Το κορμί του έπεσε μπροστά ασθμαίνοντας, πρόφτασε μόνο να δει για μια στιγμή τις τρεις φιγούρες που ξεπρόβαλαν από το ναό. Μα δεν έχασε τις αισθήσεις του και με το κεφάλι του στο πλάι και το κορμί του να δίνει τη μάχη να συνεχίσει είδε και τους υπόλοιπους να βγαίνουν.

Κατηφόρισαν όλοι και σκορπίστηκαν στα δέντρα, άλλοι κρύφτηκαν πίσω από μερικούς διάσπαρτους βωμούς. Κάποιος πήγε κοντά του και τον βοήθησε να σηκωθεί. Τον γύρισε ανάσκελα στα σκαλοπάτια και έκατσε δίπλα του.

«Ελπίζω να μη φωνάξεις ξαφνικά. Δεν θέλω να σε σκοτώσω Αγγενίδα» είπε ο άγνωστος. Μα η φωνή του ήταν οικεία, τόσο γνώριμη που ο τραυματισμένος ξέχασε τον πόνο του για λίγο. Η έκπληξή του ήταν μεγάλη, ένιωθε πως ήταν μέρος ενός εφιάλτη. Το αίμα έτρεχε από το μπράτσο του και τον καρπό του, η άλλη πληγή δεν αιμορραγούσε πολύ, μα τον είχε μουδιάσει. Όχι περισσότερο όμως από την έκπληξή του.

«Εσύ;» ψέλλισε.

Ο άλλος τον κοίταξε με ένα συναίσθημα περίεργο. Ήταν ολοφάνερα ένας εχθρός, αλλά ακόμα και οι εχθροί δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους.

«Αγγενίδα, είσαι άξιος στρατιώτης και τιμάς την πατρίδα σου. Τιμάς και τους θεούς, και είσαι από τους λίγους που το έκαναν πράξη αυτό. Ξέρω καλά πως δεν κακομεταχειρίστηκες κανέναν Θηβαίο όσο καιρό έχετε μπαστακωθεί στην πόλη»

Το πρόσωπο του Αγγενίδα συσπάστηκε από την οργή. Οι μύες του ήταν ανίκανοι να συσπαστούν για να κρατήσουν όπλο. Φαινόταν πως θα έπρεπε να πάρει μία απόφαση που θα έκρινε το μέλλον του.

«Μπορείς να φύγεις από την πύλη πίσω. Την έχουμε καταλάβει μετά τις αλλαγές φρουράς, όλες τις έχουμε κάτω από τα όπλα μας»

Ο Σπαρτιάτης λοχαγός χαμογέλασε ειρωνικά.

«Μπράβο. Εγώ σεβάστηκα την τελετή κι εσείς δουλεύατε…»

«Έπρεπε να σκοτώσουμε τους φρέσκους. Οι κουρασμένοι θα είναι πιο εύκολη λεία όταν αποκοιμηθούν πιωμένοι»

«Λέγε που να σε κάψει ο Δίας…» είπε ο Αγγενίδας σφίγγοντας τα δόντια από τον πόνο.

«Φύγε σε παρακαλώ! Συνέχισε να τιμάς τους θεούς, σου αξίζει. Όταν τελειώσουν όλα θα έχεις μία θέση στην πόλη, όποια θελήσεις. Χρειαζόμαστε καλούς αξιωματικούς. Παιδιά δεν έχεις, γυναίκα δε σε περιμένει στη Σπάρτη. Μη χαθείς…» είπε ο Θηβαίος σχεδόν με τόνο ικετευτικό.

Παιδιά δεν έχεις του είπε ο Θηβαίος! Για ένα Σπαρτιάτη αυτό άγγιζε το όριο του χλευασμού, όχι όμως για τον λοχαγό αυτόν, που κέρδισε με την αξία του την αναγνώριση των συμπατριωτών του

Ζαλίστηκε. Η θολούρα του κράτησε όσο ένα καρδιοχτύπι, ύστερα ξαναβρήκε τις δυνάμεις του, οι οποίες σιγά σιγά τον ξανασυναντούσαν, μετά το σοκ του τραυματισμού. Σκέφτηκε ότι τα χτυπήματα ήταν περίτεχνα, τέτοια ώστε να μην τον στείλουν στον Άδη, τόσο ώστε να είναι άχρηστος. Και αυτό το αισθάνθηκε σα φίδι που του δάγκωσε την καρδιά. Μα πιο πολύ η πρόταση που του έγινε ήταν εκείνο που τον εξόργισε.

Μαζεύοντας το απόθεμα που του είχε απομείνει σήκωσε αργά το κορμί του και με το χέρι του έδειξε την ασπίδα του λίγα μέτρα πιο πέρα. Δεν κοίταξε καθόλου προς αυτόν που του μιλούσε.

«Φέρε μου την ασπίδα, σε ικετεύω»

Ο Θηβαίος έκανε πράξη την επιθυμία αυτή. Του την έφερε και ο Αγγενίδας με υπερπροσπάθεια την κράτησε, στηρίχτηκε πάνω της και σηκώθηκε όρθιος! Γύρισε προς το ναό, πήγε να χάσει την ισορροπία του, μα κατάφερε και στάθηκε. Τα λόγια του ακούστηκαν καθάρια:

«Η οικογένειά μου είναι η πατρίδα μου Θηβαίε. Μην περιμένεις άδικα να της γυρίσω την πλάτη»

«Είναι η τελευταία σου κουβέντα Αγγενίδα;»

«Ό,τι είναι να κάνεις Θηβαίε, κάνε το τώρα!» είπε ο Σπαρτιάτης και τέντωσε το κεφάλι του.

Ο Επαμεινώνδας απλά τον αποχαιρέτησε. Έγνεψε, και από το σκοτεινό στόμιο της εισόδου του ναού πετάχτηκε ακόμα ένα βέλος. Αυτή το φορά ήταν το τελευταίο.

Η καρδιά του δέχτηκε το βέλος και ο πόνος έπαψε μονομιάς να υπάρχει. Το σώμα του Σπαρτιάτη αξιωματικού έμεινε ακίνητο  για μια στιγμή και τα μάτια του έκλεισαν οριστικά. Το άψυχο πια κορμί έγειρε μπροστά και σωριάστηκε στο χώμα.

Ένας τοξότης εμφανίστηκε στην είσοδο του ναού. Πλησίασε τον Επαμεινώνδα, την ώρα που αυτός έκλεινε τα μάτια του Σπαρτιάτη λοχαγού.

«Φαίνεσαι λυπημένος»

«Είμαι» απάντησε ο Επαμεινώνδας και σηκώθηκε αργά. Κοίταξε ολόγυρα, σαν από ξόρκι θεϊκό όλα ήταν ήσυχα. Τα πράγματα πήγαιναν όπως προέβλεπε το σχέδιό τους. Κοίταξε τον τοξότη και του είπε:

«Πάω με τους υπόλοιπους. Εσύ έχεις μία διαταγή να εκτελέσεις ακόμα»

«Ό,τι προστάξεις Επαμεινώνδα»

«Κανόνισε να ταφεί όπως του πρέπει αυτός ο στρατιώτης. Δεν θα ασχοληθείς με τίποτα άλλο»

«Νομίζω πως θα ήθελε να ταφεί στη Σπάρτη Επαμεινώνδα, και αυτό είναι κάτι που…» είπε και σταμάτησε απότομα, καθώς ο Επαμεινώνδας τον κοίταξε μέσα στα μάτια.

«Κλέωνα, ήταν σαφές αυτό που ζήτησα;»

Ο Κλέωνας γούρλωσε τα μάτια, καταλαβαίνοντας πως αυτό είχε διαταχθεί να κάνει! Κοίταξε τον νεκρό λοχαγό και ύστερα ξανά τον συνομιλητή του. Ένα δάκρυ διέκρινε στο πρόσωπό του.

«Η Θήβα Κλέωνα θα γίνει μεγάλη. Και κανείς δεν μπορεί να λέγεται τέτοιος, αν δεν σέβεται τον αντίπαλό του. Ετούτος ο στρατιώτης σεβάστηκε τη Θήβα. Δε νομίζεις πως η Θήβα του οφείλει ένα τελευταίο ταξίδι στον τόπο του;»

Ο Κλέωνας κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του.

«Θα χρειαστώ μέρες όμως»

«Όσες θέλεις»

«Και θα χάσω και το γλέντι εδώ πέρα»

«Έχεις γλέντια πολλά μπροστά σου» είπε ο Επαμεινώνδας. Έσκυψε και έδωσε ένα τελευταίο φιλί στον Αγγενίδα. Σηκώθηκε, έβγαλε το σπαθί του από τη θήκη και το έσφιξε γερά.

«Αν μπορούσες να φύγεις αμέσως θα το εκτιμούσα πολύ»

Ο Κλέωνας χαμογέλασε και έγνευσε καταφατικά.

«Είσαι περίεργος άνθρωπος Επαμεινώνδα. Αλλά δεν ξέρω αν η περιέργεια αυτή ξεπερνάει την εντιμότητα και την ηθική σου»

«Αν ποτέ μάθεις την απάντηση, πες την και σε μένα» απάντησε ο Επαμεινώνδας και έβγαλε ένα νόμισμα. Το έπαιξε μία φορά στην παλάμη του και το σήκωσε στο φεγγαρόφως.

«Είναι δύσκολοι αντίπαλοι οι Σπαρτιάτες Κλέωνα. Να προσέχεις σε παρακαλώ»

«Μείνε ήσυχος» απάντησε και τα χέρια τους σφίχτηκαν μεταξύ τους με δύναμη.

Ο Επαμεινώνδας ακούμπησε το νόμισμα στην ασπίδα του νεκρού Σπαρτιάτη και σηκώθηκε αποφασιστικά. Έβγαλε το σπαθί του από το θηκάρι και ανάσανε βαθιά. Μέσα στη νυχτιά λίγα λόγια ακούστηκαν ακόμα.

«Και τώρα ήρθε η ώρα να ξανακάνουμε τη Θήβα δική μας» ψέλλισε και κινήθηκε προς το διοικητήριο.

Paragraph Separator

Το γλέντι των Σπαρτιατών συνεχιζόταν χωρίς κανείς να έχει καταλάβει τίποτα από όσα συνέβαιναν στους ιερούς χώρους. Τα φαγητά ήταν τόσο πλουσιοπάροχα, που θα νόμιζε κανείς πως ήταν για ολόκληρο στρατό και όχι για τους εκλεκτούς προσκεκλημένους του πολέμαρχου Αρχία, του υπεύθυνου της σπαρτιατικής φρουράς. Κάποιοι μουσικοί σκόρπιζαν τους ήχους του αυλού και του τύμπανου στην φτιαγμένη από μάρμαρο αίθουσα του διοικητηρίου, ενώ οι όμορφα διακοσμημένοι τοίχοι είχαν σχεδόν καλυφθεί από μεθυσμένα ζευγάρια που επιδίδονταν σε κάθε λογής ακολασία. Οι Σπαρτιάτες θα έλεγε κανείς πως ήταν πιο συγκρατημένοι στις αντιδράσεις τους, εκείνοι που έμοιαζε να ξεσαλώνουν ήταν περισσότερο κάποιοι από τους ολιγαρχικούς της Θήβας. Θα γλεντούσαν φαίνεται την περίσσεια εμπιστοσύνη που έτρεφαν για αυτούς οι κατακτητές της ίδιας τους της πόλης.

Ένας από αυτούς είχε πιάσει από τη μέση μια νεαρή σκλάβα, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να αποφύγει το αποκρουστικό και γερασμένο του πρόσωπο. Η ανάσα του ταλαιπωρημένη από το κρασί, η κοπέλα προσπαθούσε να στρέψει αλλού το κεφάλι της και εκείνος πάλευε με τα λιγδιασμένα από το ψητό κρέας χέρια του να φέρει τα χείλη της στα δικά του. Η σκηνή προκαλούσε το γέλιο στους παρευρισκόμενους, που χειροκρότησαν όταν τα κατάφερε, μα όλοι σταμάτησαν να γελούν όταν εκείνος τραβήχτηκε ξαφνικά φτύνοντας αίμα. Η κοπέλα μαζεύτηκε φοβισμένη και με αγωνία έψαξε να βρει κάποιον να την προστατέψει, μα πέρα από μεθυσμένους δεν μπόρεσε να βρει κάποιον.

«Σου δάγκωσε τη γλωσίτσα Φίλωνα;» φώναξε ο Αρχίας και ξεκαρδίστηκε μαζί με τους υπόλοιπους. Και ο Φίλωνας αποφάσισε να ξεπλύνει την ντροπή. Πλησίασε την κοπέλα και την άρπαξε από το μπράτσο με δύναμη. Την τράβηξε προς το μέρος του, εκείνη έχασε την ισορροπία της, άρχισε να την σέρνει προς την έξοδο.

«Πήδα την μόνο Φίλωνα, μη σε δαγκώσει και αλλού!» φώναξε κάποιος και αρκετοί πνίγηκαν από τα γέλια. Μόλις που πρόφτασε ο Φίλωνας να την αρπάξει από τα μαλλιά, αφού πρώτα έριξε ένα γεμάτο οργή βλέμα προς το συμπόσιο. Την έσυρε με ορμή και τα γόνατά της σέρνονταν και μάτωναν στις πλάκες του δαπέδου, καθώς τα χέρια της έπιαναν απεγνωσμένα τα μαλλιά της, προσπαθώντας να απαλύνουν έστω και λίγο τον πόνο από το τράβηγμα του τιμωρού της.

Στα σκαλιά την πέταξε με δύναμη. Η κοπέλα σωριάστηκε στο χώμα ματωμένη στα χέρια και στο κεφάλι. Ζαλίστηκε, ο πόνος ήταν δυνατός και το κεφάλι της βούιζε σαν σφήκα ενοχλητική, κατάλαβε μόνο ότι ο Φίλωνας την έσερνε ξανά προς μια συστάδα πυκνών θάμνων λίγο πιο πέρα. Κατάλαβε την τύχη της, μα δεν μπορούσε να αντισταθεί. Το κορμί της έσκασε πίσω από τους θάμνους, τα ξανθά της μαλλιά μπλέχτηκαν στα κλαδιά, μερικά έμειναν εκεί. Το όμορφο και στητό στήθος της δέχτηκε μια κλωτσιά, ο Φίλωνας έσκυψε και την χαστούκισε με όση δύναμη του είχε αφήσει ο θυμός του. Τα σκούρα μάτια της άρχισαν να κλείνουν, απόμεινε ανίκανη να κινηθεί στο χώμα.

«Πάρε με Πλούτωνα…» σκέφτηκε με απόγνωση, καθώς είδε τον Φίλωνα να σηκώνεται και γελώντας τρανταχτά να κατεβάζει το μανδύα και να αποκαλύπτει το πέος του. Η κοπέλα ήταν ανήμπορη, ικέτευε να πεθάνει εκείνη τη στιγμή. Το μυαλό της γέννησε μια λυτρωτική εικόνα. Εκεί, πίσω από τον επίδοξο βιαστή της είδε τον Πλούτωνα και καθώς ο Φίλωνας έπεσε πάνω της σκέφτηκε πως ήρθε η λύτρωση. Μα όχι όπως την φαντάστηκε.

Το κορμί του ήταν βαρύ σαν βράχος, ακούνητο. Το βάρος του την πίεζε, οι πληγές της την πόνεσαν ξανά. Στο γόνατο της ένιωσε το μαλακό του μόριο και η αηδία την κυρίεψε. Σαν τρελή προσπάθησε να πετάξει αυτό που την σκέπαζε. Στο στήθος της ένιωσε να κυλάει κάτι κολλώδες και ζεστό. Η αηδία την έκανε να ανοίξει ορθάνοιχτο το στόμα της. Βρήκε τη δύναμη να κραυγάσει, αλλά ο Πλούτωνας έβαλε το χέρι του και της έκλεισε το στόμα σφιχτά. Και έσκυψε για να την βοηθήσει.

Γράπωσε τον Φίλωνα από τη μέση και τον πέταξε στο πλάι λες και ήταν φτερό στον άνεμο. Η κοπέλα προσπάθησε να καταλάβει, η ανάσα της γρήγορη και νευρική κοίταξε προς τον Φίλωνα, η όρασή της παντρεμένη με την απορία καθάρισε κάπως και είδε την πλάτη του Σπαρτιάτη να έχει σχεδόν ανοίξει στα δύο. Στα χέρια του Πλούτωνα διέκρινε ένα ματωμένο ξίφος. Κοίταξε τον σωτήρα της απορημένη, προσευχήθηκε να την πάρει στον Κάτω Κόσμο, αλλά εκείνος την γλίτωσε και της έδωσε την ευκαιρία που φάνταζε σαν απατηλό όνειρο.

Τότε κατάλαβε.

«Μενεδοκλή!» ψιθύρισε και σαν να μην είχε τίποτα σηκώθηκε και έπεσε στην αγκαλιά του. Εκείνος την χάιδεψε με το ελεύθερο χέρι του στα μαλλιά και την φίλησε στο μέτωπο.

«Μην ανησυχείς αγάπη μου, δεν θα σε πειράξει ξανά ποτέ κανείς» της είπε στοργικά και την ξαναφίλησε.

«Εντάξει Μενεδοκλή;» ακούστηκε μια σιγανή φωνή.

«Τελείωσε Επαμεινώνδα» απάντησε ο Μενεδοκλής. Η κοπέλα απόρησε, έκανε να ρωτήσει μα ο αγαπημένος της την αγκάλιασε σφιχτά και της ψιθύρισε στο αυτί:

«Κλειώ, πήγαινε στο καλύβι από την πίσω πύλη. Ανηφόρισε προς το λόφο. Μόλις φτάσεις κλείσου μέσα και μην βγεις αν δεν έρθω εγώ ο ίδιος να στο πω».

«Μα αγάπη μου…»

«Ό, τι και αν γίνει μην εμπιστευτείς κανέναν, παρά μόνο όποιον έχει όπλα στα χέρια του».

«Τι συμβαίνει Μενεδοκλή;» ρώτησε εκείνη. Τα γαλάζια μάτια της σπινθηροβολούσαν μέσα στο σκοτάδι.

«Η Θήβα θα ξαναγίνει δική μας! Φύγε Κλειώ, φύγε τώρα!»

Η Κλειώ δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα. Φίλησε τον Μενεδοκλή και με γρήγορα, αλλά όχι σταθερά βήματα από τα τραύματα χάθηκε μέσα στους θάμνους. Ο Μενεδοκλής τέντωσε το κορμί του και έσφιξε το σπαθί. Ύστερα κοίταξε προς το διοικητήριο. Την ώρα που κάποιος έφιππος πλησίαζε εκεί, αποφάσισε να μην αφήσει ατιμώρητους εκείνους που γλεντούσαν, αλλά ο νεοεισερχόμενος στρατιώτης τον ανησύχησε. Ο Επαμεινώνδας τον ακούμπησε στην πλάτη.

«Όλα έχουν κανονιστεί φίλε μου!»

Paragraph Separator

Το γλέντι είχε αποκάμει. Η μουσική είχε γίνει πιο απαλή και οι παρευρισκόμενοι σιγοτραγουδούσαν καταναλώνοντας ένα τελευταίο αμφορέα με κόκκινο βοιωτικό κρασί. Ο έφιππος μπήκε τρέχοντας και κοίταξε να βρει τον Αρχία. Τον είδε ξαπλωμένο να απολαμβάνει το σταφύλι που του έβαζε στο στόμα με νωχελικές κινήσεις κάποια σκλάβα, ενώ πίσω της οργίαζε κάποιος μεθυσμένος. Έτρεξε προς το μέρος του διοικητή του κρατώντας ένα κομμάτι δέρμα τυλιγμένο. Έκανε να του μιλήσει, μα ο Αρχίας του έκανε νόημα να μην τον ενοχλεί.

«Είναι επείγον κύριε διοικητά!» διαμαρτυρήθηκε ο στρατιώτης. Ο Αρχίας εκνευρισμένος σηκώθηκε σαν κεραυνός και τον έσπρωξε ρίχνοντάς τον στο πάτωμα. Κανείς δεν έδωσε σημασία. Έσκυψε πάνω του και ακούμπησε στο λαιμό του ένα εγχειρίδιο που έβγαλε από το χιτώνα του.

«Γιατί με ενοχλείς;» είπε και έσπρωξε λίγο το λεπίδι. Ο στρατιώτης έκλεισε τα μάτια του και χωρίς να τα ανοίξει επανέλαβε φοβισμένος:

«Είναι σημαντικό κύριε».

Ο Αρχίας χαμογέλασε ειρωνικά. Τράβηξε απότομα το λεπίδι και χτύπησε φιλικά τον τρομαγμένο στρατιώτη στο μπράτσο.

«Αύριο τα σπουδαία μικρέ» είπε και σηκώθηκε. Κάποιος τον πλησίασε.

«Τι σου είπε ο μικρός;»

«Κάτι σημαντικό έλεγε…δεν τον άφησα να μου χαλάσει τη διάθεση με τυπικότητες. Τι έκανες με τον Επαμεινώνδα;»

«Αύριο θα πάω στο σπίτι του, είπε πως θα πληρώσει»

«Άμα δεν έχει τα λεφτά ξέρεις τι πρέπει να κάνεις…και φέρε τις γυναίκες. Οι καλεσμένοι θέλουν να γλεντήσουν, δύο σκλάβες δεν μπορούν να τους ικανοποιήσουν όλους μόνες τους» είπε ο Αρχίας και χωρίς να περιμένει την απάντηση γύρισε στο τραπέζι και την όμορφη συντροφιά του. Ο σημαδεμένος στο πρόσωπο άντρας έγνεψε προς το μέρος του υπάκουος και βημάτισε προς την πόρτα. Έδωσε εντολή στον στρατιώτη να πάει στο πίσω μέρος της αίθουσας. Όταν έφυγε ο στρατιώτης κοίταξε ξανά προς τον Αρχία, ύστερα η ματιά του πλανήθηκε σε όλους όσους βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα. Ανέκφραστος κοίταξε τους πάντες, τι έκαναν, πού ακριβώς βρίσκονταν ο καθένας, σα να μετρούσε το χώρο. Ύστερα κοίταξε ξανά τον διοικητή και βημάτισε προς την έξοδο. Κατέβηκε τα σκαλιά περνώντας και χαιρετώντας τον γεροδεμενο φρουρό της εισόδου. Απομακρύνθηκε με γοργά βήματα και σκέφτηκε πως ήξερε πολύ καλά τι κάνει. Δεν πέρασε λίγη ώρα και επέστρεψε με δέκα γυναίκες. Ο φρουρός έπιασε τα γεννητικά του όργανα και τα έτριψε επιδεικτικά.

«Φιλλίδα, μόλις τελειώσουν μέσα με τους άρχοντες, φέρε μου κι εμένα δυο τρεις» είπε και χασκογέλασε. Ο Φιλλίδας είπε στις γυναίκες να περιμένουν στην είσοδο και πείραξε τον φρουρό.

«Εσύ νόμιζα ότι μπορείς και παραπάνω, σα να έχασες την ικανότητά σου μου φαίνεται» του είπε και ο φρουρός τεντώθηκε λες και μία οχιά έβαλε σημάδι τον αστράγαλό του.

«Φιλλίδα, ή παίρνεις πίσω το λόγο που ξεστόμισες ή σε ψάχνω εκτός υπηρεσίας και σου κάνω αυτό που περιμένει ετούτες. Και το ότι είσαι γραμματέας του πολέμαρχου δεν θα σε γλιτώσει!»

«Έλα τώρα, μην αρπάζεσαι με το παραμικρό» είπε κοροϊδευτικά ο Φιλλίδας και τον πλησίασε. Κοίταξε προς τις γυναίκες και έγνεψε προς τα εκεί.

«Πες πως το κάνω για συγνώμη: ποια θέλεις να σου φέρω;»

«Εννοείς…τώρα;» ρώτησε ο φρουρός. Ο Φιλλίδας χαμογέλασε.

«Ναι φίλε μου, τώρα! Θα σου αφήσω μία να σκύψει ανάμεσα στα σκέλια σου όση ώρα έχεις φρουρά και μετά την περιποιείσαι στους θάμνους. Μην ανησυχείς, οι υπόλοιπες θα έχουν αναλάβει τους άρχοντες μέσα. Αυτό μου παρήγγειλαν για να τελειώσει το γλέντι τους γλυκά απόψε. Θα περνάνε τόσο καλά με αυτές, που πίστεψέ με, κανείς δεν θα έχει όρεξη να ασχοληθεί με το γλύψιμο σε έναν φρουρό»

Ο φρουρός ανάσανε βαριά, κοίταξε τις γυναίκες όπως ο αετός παρατηρεί από ψηλά ένα κοπάδι για να διαλέξει το θήραμά του. Σκούπισε το στόμα του και τέντωσε δειλά το χέρι του. Την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και άλλαξε κατεύθυνση.

«Αυτήν θέλω» είπε σχεδόν λυσσασμένος. Ο Φιλλίδας τον χτύπησε στην πλάτη.

«Είσαι μάντης; Ετούτη η Κορίνθια θα κάνει σε λίγο το πουλί σου ευτυχισμένο» είπε και έκανε νόημα στην εταίρα να πλησιάσει. Εκείνη με σκυμμένο το κεφάλι πήγε κοντά τους.

«Μόλις βάλω μέσα τις κυρίες και αρχίσει το γλέντι, ξεκίνα κι εσύ» είπε ο Φιλλίδας και διέταξε την γυναίκα να ανταποκριθεί σε οποιαδήποτε επιθυμία του φρουρού. Δεν είχαν μπεί όλοι μέσα, όταν την είδε να σκύβει μπροστά από τον φρουρό. Έκλεισε βιαστικά την δίφυλλη βαριά πόρτα.

Ο φρουρός γρύλισε σαν αγρίμι και ακούμπησε στον τοίχο το δόρυ του. Έβγαλε το πέος του και μουρμούρισε άγρια μερικά λόγια, όταν η άκρη του ματιού του έπιασε μία αδιόρατη κίνηση στα φυλλώματα, μερικά μέτρα μακρύτερα από τις σκάλες. Έκανε να πιάσει το δόρυ του, αλλά ένιωσε ένα κάψιμο χαμηλά.

«Με δάγκωσε η σκύλα!» ήταν αυτό που σκέφτηκε, και καθώς ο πόνος μεγάλωνε γοργά σαν άνεμος, κοίταξε προς τα κάτω, έτοιμος να καρφώσει το κοντάρι στην εταίρα. Το αίμα του πάγωσε, σαν στήλη άλατος έμεινε ακίνητος και τα μάτια του άνοιξαν μέχρις εκεί που δεν μπορούσαν παραπάνω. Το χέρι του άφησε το κοντάρι, που έγειρε και κατρακύλισε. Τα φυλλώματα απέναντί τους άρχισαν να θροΐζουν, αλλά δεν τους έδωσε σημασία. Πως θα μπορούσε άλλωστε με αυτό που αντίκρισε;

Η εταίρα κρατούσε ένα μαχαίρι στα χέρια της και ανασηκωνόταν σιγά σιγά. Το πέπλο είχε τραβηχτεί από το κεφάλι της, που μόνο Κορίνθια πόρνη δεν θύμιζε. Εκεί που βρισκόταν ο ανδρισμός του, έχασκε τώρα μία ματωμένη τρύπα. Άρχισε να τρέμει, το αίμα κύλησε στους μηρούς του. Η εταίρα ορθώθηκε μπροστά του και τότε ο δύστυχος ένιωσε πως ο βαρκάρης ήταν κοντά και τον περίμενε.

Το χέρι της γυναίκας κινήθηκε με ορμή μπροστά και έμπηξε το μαχαίρι στην κοιλιά του. Ύστερα κινήθηκε προς τα πάνω και έκοψε το διάφραγμα. Τα πνευμόνια του φρουρού πήραν αέρα και αίμα, το λαρύγγι πάσχισε να αρθρώσει έναν ήχο, μα ήταν αδύνατο. Το χτύπημα ήταν μελετημένο. Ο Σπαρτιάτης άρχισε να γονατίζει αδύναμος να ανασάνει, κοιτώντας έντρομος δύο μάτια γυαλιστερά σαν καλολαδωμένη ασπίδα να τον κοιτούν με οργή και να τον ακολουθούν κοντά στα δικά του.

Έριξε μία τελευταία ματιά γυρνώντας αργά το κεφάλι του προς την είσοδο της αίθουσας. Η τελευταία του σκέψη ήταν πως όσοι βρίσκονταν μέσα σε αυτήν, θα είχαν την ίδια τύχη. Έσβησε στα σκαλοπάτια. Ο Θηβαίος Μέλωνας σηκώθηκε, έφτυσε προσβλητικά στο πρόσωπό του και κινήθηκε αποφασιστικά προς την αίθουσα.

Μέσα σε λίγη ώρα όλα είχαν τελειώσει. Οι λιγοστοί και ακίνδυνοι πια Σπαρτιάτες που είχαν απομείνει οχυρώθηκαν στον στρατώνα τους. Ήταν πια από κατακτητές πολιορκούμενοι. Μα δυστυχώς, η τελευταία αγριάδα τους πρόλαβε να χτυπήσει και να αφήσει βαριά τη σκιά της στη ζωή του Μενεδοκλή.

Του το είπε ο Επαμεινώνδας με δάκρυα στα μάτια. Ένα καταραμένο βέλος την βρήκε στην πλάτη λίγο πριν την πύλη που θα περνούσε και θα την έφερνε στην ελευθερία.

Paragraph Separator

Ο Κάσσανδρος σηκώθηκε βουρκωμένος από την αφήγηση του Μενεδοκλή. Δεν τόλμησε να ρωτήσει τίποτα, έκατσε δίπλα στον αφηγητή του και τον αγκάλιασε. Εκείνος ανέκφραστος.

«Όση ευγένεια μπορεί να έχει μέσα του ένας άνθρωπος μου άδειασε εκείνη τη στιγμή. Δεν θα σου πω τίποτα άλλο Κάσσανδρε, παρά μόνο ότι αφοσιώθηκα με όση δύναμη είχα στο μεγάλωμα του παιδιού που είχε γεννηθεί δέκα τρία χρόνια μόνο πριν. Γεννήθηκε, είχε μητέρα και έζησε ελεύθερο και δοξασμένο μόνο με τον πατέρα του»

Ήταν φανερό πως οι μνήμες βάραιναν τον γέρο Θηβαίο. Ο Κάσσανδρος το σεβάστηκε, του έδωσε το χρόνο να απαλύνει, αφήνοντάς τον να ξεκουραστεί με τους ήχους των πουλιών, που έμοιαζαν να προσπαθούν και εκείνα να γαληνέψουν την καρδιά του.

Το απόγευμα, ο ανυπόμονος Μακεδόνας άρχοντας έδειξε να ενδιαφέρεται έντονα για τον τρόπο που η Θήβα επανήλθε στα χέρια των ανθρώπων της. Ήταν άριστα σχεδιασμένος και προκάλεσε το χειροκρότημά του.

«Μενεδοκλή, είναι εκπληκτικό!»

«Έπρεπε να πάρουμε την πόλη μας αφέντη μου. Δεν υπήρχε χώρος για οίκτο και δισταγμό, είχαμε να κάνουμε με Σπαρτιάτες. Τους μισούσαμε, αλλά τους σεβόμασταν σαν αντιπάλους. Ίσως για τούτο δεν τους σκοτώσαμε όλους»

«Δηλαδή;»

«Σχεδιάσαμε την επιχείρηση ανακατάληψης πολύ καιρό. Θα ήταν αυτοκτονία να τα βάζαμε με όλη τη φρουρά. Εκτελέστηκαν όσοι βρίσκονταν σε κρίσιμα σημεία και κυρίως οι πολέμαρχοι σε εκείνη την αίθουσα. Ύστερα φύγαμε από την Καδμεία, αφού αφήσαμε στις εξόδους ισχυρές δυνάμεις. Είναι δύσκολο να κάνει έξοδο από μία πύλη ακόμα και μία Σπαρτιατική φρουρά. Είχαμε αφήσει το φίδι χωρίς κεφάλι και αυτό έφτανε»

Ο Κάσσανδρος ανυπόμονα ρώτησε:

«Η φρουρά τι απέγινε;»

«Την ημέρα που ξημέρωσε, η Θήβα γέμισε με ένοπλους άνδρες, δικούς μας, αλλά και Αθηναίους που μας στείλανε βοήθεια απλόχερα. Από την Καδμεία πήραμε τη νύχτα όλα τα τρόφιμα και το νερό. Πολιορκήσαμε την ακρόπολή μας για λίγο καιρό. Δεν μαθεύτηκε πως κατάφεραν και ειδοποίησαν τους Θεσπιείς και τους Πλαταιείς. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός μας, πολλαπλασιάστηκε τόσο η δύναμη και η διάθεσή μας, που οι λιγοστές ενισχύσεις που έστειλαν αυτοί στους Σπαρτιάτες έμοιαζαν παιχνίδι»

«Η φρουρά πέθανε από την πείνα και τη δίψα;»

«Όχι αφέντη μου. Τους αφήσαμε να φύγουν»

«Πως;» έκανε ξαφνιασμένος ο Κάσσανδρος και έφερε το σκαμνί του πιο κοντά στο Μενεδοκλή, κάνοντας φανερή την αδημονία του να ακούσει το γιατί.

«Ο Επαμεινώνδας το πρότεινε αυτό. Είπε πως είναι άχρηστοι με αρχηγό τους τον αρμοστή, τον Ηριππίδα. Δεν σκόπευε να τους εξοντώσει, ήταν σχεδόν αντίθετο με τις αρχές του. Ακόμα και τον λοχαγό, που αναγκάστηκε να δώσει τη διαταγή στον τοξότη, το έφερε βαριά σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Επαμεινώνδας αφέντη μου δούλευε πολύ με το μυαλό, εγώ κουραζόμουνα με αυτό, νικιόμουν από το θυμικό μου.

Μου είπε όταν συζητούσαμε τι θα κάνουμε με τη φρουρά των Σπαρτιατών, και όλοι φώναζαν να τους καθαρίσουμε και αυτούς, είπε απευθυνόμενος σε μένα που κραύγαζα το ίδιο: “Ο χειρότερος θάνατος για έναν Σπαρτιάτη είναι η ντροπή”.

Πόσο δίκιο είχε! Ο αρμοστής τους, βλέποντας τους δικούς του να στερούνται την τροφή, ζήτησε την αποχώρησή τους χωρίς να εγκαταλείψουν τα όπλα τους. Ο Επαμεινώνδας το δέχτηκε. Καθώς αποχωρούσαν όλοι τους, ένοπλοι όσο και ντροπιασμένοι, όλοι καταλάβαιναν πως χάρη στον Επαμεινώνδα, η Θήβα πέτυχε μία μεγαλειώδη νίκη εκείνην την ημέρα»

Ο Κάσσανδρος κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του. Σηκώθηκε και περπάτησε κάνοντας χειρονομίες με τα χέρια του.

«Εκπληκτικό μείγμα πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης! Φανταστικός ο Επαμεινώνδας, άριστοι όσοι ακολούθησαν τις διαταγές του. Μπράβο Θηβαίοι!» είπε και χτύπησε φιλικά στον ώμο το Μενεδοκλή. Εκείνος φρόντισε να επιβεβαιώσει τα λόγια του Μακεδόνα.

«Οι Σπαρτιάτες άρχοντά μου δεν το έβαλαν κάτω. Εισέβαλαν ξανά και ξανά στην περιοχή μας. Όμως είχαμε φροντίσει να φτιάξουμε φρούρια. Και κυρίως φροντίσαμε να μη μας πετύχουν ποτέ σε ανοιχτό χώρο, γιατί εκεί θα τελείωνε η ιστορία που σου διηγούμαι»

«Και πως δηλαδή…θέλω να πω, μόνο με κάποια φρούρια δε νομίζω να μπορούσατε να αντέξετε για πολύ»

«Ξανά εδώ μπαίνει ο Επαμεινώνδας, αλλά και ο Πελοπίδας και κάποιοι ακόμα αφέντη Κάσσανδρε»

«Σε ακούω με προσοχή»

Ο Μενεδοκλής χαμογέλασε. Ο τρόπος του Μακεδόνα δεν διέφερε καθόλου από ενός μικρού παιδιού που περιμένει με αγωνία το δώρο του.

«Αφέντη μου, ξέχασες κι όλας πως είμαι γέρος και κουράζομαι εύκολα;»

Ο Κάσσανδρος μετανιωμένος έγνεψε και απολογήθηκε.

«Αυτά που μου λες είναι χρήσιμα Θηβαίε μου»

«Βιάζεσαι να γίνεις πολιτικός;»

«Από εκείνην την καταραμένη μάχη και μετά, μόνο πολιτικός μπορώ να γίνω» είπε ο Κάσσανδρος απογοητευμένος, καθώς αποκάλυψε τον δεξιό του αγκώνα στον Μενεδοκλή, δείχνοντας φανερά το σημείο όπου πια υπήρχε ένας λειψός τένοντας. Ο Μενεδοκλής έκπληκτος αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί, αλλά ο Κάσσανδρος τον άγγιξε καθησυχαστικά.

«Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι φίλε μου. Άλλωστε, όσες φορές σε ακούμπησα, το έκανα με το αριστερό μου χέρι. Ένας άνθρωπος που έζησε τόσα, θα περίμενα να το έχει παρατηρήσει. Άμα είχα ολόκληρο το κορμί μου, θα ήμουν στη Χαιρώνεια κι εγώ. Να σου πω κάτι όμως; Αρχίζω να σε συμπαθώ σε τέτοιο σημείο, που ίσως κρυφά μέσα μου να χαίρομαι που δεν πολέμησα στα μέρη σου. Η περίπτωση να έχω πληγώσει εγώ εσένα ή τον Εύανδρο μου σφίγγει το κεφάλι.»

«Μήπως υπερβάλλεις τώρα αφέντη;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μενεδοκλής, ακούγοντας τον πλούσιο Μακεδόνα στην ξαφνική έκρηξη ειλικρίνειας.

«Μενεδοκλή μου, καλέ μου Θηβαίε! Μετά την αχρηστία του χεριού μου ήθελα να βρω μία πέτρα κοφτερή για να χτυπήσω μια και καλή το κεφάλι μου πάνω της. Ένιωθα ντροπή και να είσαι βέβαιος ότι αρκετοί, μερικοί μάλιστα κοντινοί μου άνθρωποι, φρόντισαν να τονίζουν το ελάττωμά μου και φυσικά να με υποτιμούν. Βρέθηκαν όμως και κάποιοι άλλοι, σπουδαίοι πολύ, που μου πρόσφεραν την αναπάντεχη αγκαλιά τους. Κάποιος μάλιστα είναι τόσο σπουδαίος, που όταν ο Φίλιππος αποσυρθεί από τη βασιλεία ή από τη ζωή, θα αναλάβει εκείνος τις τύχες της Μακεδονίας»

«Ο διάδοχος σε στήριξε;»

«Παρότι είμαστε αρκετά κοντά στην ηλικία, μου στάθηκε σαν πατέρας. Και ακούγοντάς σε να μιλάς με τέτοιο τρόπο για την πατρίδα σου και τους ηγέτες της, ίσως κι εγώ να του ανταποδώσω την καλοσύνη του μεταφέροντάς του στοιχεία που θα τον ανεβάσουν. Βλέπεις, είναι ακόμα μικρός και το αίμα του βράζει, θέλει να επιτεθεί στους Πέρσες! Αν λοιπόν έχει μία ελπίδα να τραβήξει έναν ολόκληρο λαό στα βάθη της Ασίας και να τον μετατρέψει από απλό επιδρομέα σε πανίσχυρο κατακτητή, νομίζω πως δεν αρκεί μόνο η στρατιωτική τέχνη. Αν δεν έχεις τον τρόπο να στηρίξεις τις κατακτήσεις σου, τότε καλύτερα να μείνεις στο βασίλειό σου»

            «Και η Θήβα και ο Επαμεινώνδας μπορούν να σας βοηθήσουν να φτάσετε στην άκρη του κόσμου;» ρώτησε ο Μενεδοκλής με μάτια που λαμπύριζαν από ευχάριστη έκπληξη.

            «Ναι Θηβαίε μου. Και μόνο που άφησε τους Σπαρτιάτες να φύγουν από τη Θήβα ένοπλοι, είναι σημάδι ασύλληπτου ηγέτη. Εγώ θέλω να γίνω πολιτικός, δεν έχω δηλαδή και άλλη επιλογή. Όπως και να έχει όμως, στην ιστορία δεν μένεις αν δεν τα συνδυάσεις όλα, ευχής έργον βέβαια να τα συνδυάσεις με τρόπο σωστό και αποδεκτό. Και κάτι τελευταίο, κάτι που από τη μέρα που σε γνώρισα με ενοχλεί και που θα αναγκαστώ να σου δώσω μία εντολή, για να μην πω διαταγή…»

            Ο Μενεδοκλής έχασε το χρώμα του από την ένταση με την οποία ξεστόμισε τα τελευταία λόγια ο Κάσσανδρος.

            «Ορίστε αφέντη…» είπε σκύβοντας το κεφάλι.

            «Εάν με αποκαλέσεις ξανά αφέντη, θα αναλάβεις την κουζίνα του σπιτιού μόλις γίνεις καλά» είπε κουνώντας το δάχτυλό του και γελώντας ο Κάσσανδρος.

            «Και πως επιθυμείς να σε αποκαλώ;»

            «Δύο φίλοι μιλάνε με τα ονόματά τους»

«Μου ανοίγεις την καρδιά σου Κάσσανδρε» είπε συγκινημένος ο Μενεδοκλής, αποκαλώντας για πρώτη φορά απευθείας με το όνομά του τον Μακεδόνα. Εκείνος τον βοήθησε να σηκωθεί και πηγαίνοντας μαζί προς την κάμαρα, είπε:

«Ξεκουράσου. Αύριο έχουμε πολλά να πούμε»

«Τι περιμένεις Κάσσανδρε;»

«Ένας πολιτικός στη Μακεδονία πρέπει να είναι και καλός αξιωματικός του στρατού. Ξέχνα το χέρι μου, άλλωστε και ένας σακατεμένος ακόμα μπορεί να κραυγάσει αν χρειαστεί μερικές διαταγές. Πρέπει οπωσδήποτε να μου πεις πως καταφέρατε να δημιουργήσετε τόσο αξιόμαχο στρατό»

Ο Μενεδοκλής σταμάτησε και κοίταξε ψηλά κλείνοντας τα μάτια.

«Εντάξει Κάσσανδρε. Αύριο θα μάθεις πως δημιουργήθηκε αυτό που καταστρέψατε πριν λίγες μέρες. Αυτό, που το τελευταίο του κομμάτι είναι μέσα σε εκείνο το δωμάτιο και παλεύει στην πιο κρίσιμη μάχη του»

«Έλα. Πάμε να ξεκουραστείς» απάντησε ο Κάσσανδρος, κάνοντας προσπάθεια να συγκρατήσει τη συγκίνησή του.

Ο Εύανδρος. Ο τελευταίος Ιερολοχίτης…anikitos_kef05




Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.